«Πετύχαμε πρωτογενές πλεόνασμα πάνω και από αυτό που προέβλεπε ο προϋπολογισμός του 2025, κοντά στο 3% του ΑΕΠ»
Πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο 3% του ΑΕΠ και συνολικό (δημοσιονομικό) έλλειμμα που αγγίζει το μηδέν πέτυχε η Ελλάδα το 2024, ανέφερε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας χθες στην ιδρυτική εκδήλωση του think tank Synergia που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Υπογράμμισε δε, ότι τα επιπλέον έσοδα- όπως συνέβη και τα προηγούμενα χρόνια- θα επιστρέψουν στην κοινωνία με νέες μειώσεις άμεσων φόρων που θα ανακοινωθούν εντός του έτους, ενώ τόνισε ότι στο εξής θα δοθεί περαιτέρω έμφαση στη μικροοικονομική πολιτική.
Αναφερόμενος στα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν πέρυσι, ο κ. Χατζηδάκης τόνισε ότι η κυβέρνηση παρέμεινε στο δρόμο της δημοσιονομικής σύνεσης. «Πετύχαμε πρωτογενές πλεόνασμα πάνω και από αυτό που προέβλεπε ο προϋπολογισμός του 2025, κοντά στο 3% του ΑΕΠ. Που σημαίνει έλλειμμα το οποίο αγγίζει το μηδέν. Αυτό στέλνει ένα πολύ ισχυρό μήνυμα σε καιρούς αστάθειας, όπως είναι οι καιροί που ζούμε τώρα, ότι η Ελλάδα μπορεί να αντέξει και σε ισχυρούς ανέμους αν προκύψουν. Για αυτό εργαζόμαστε. Διότι η δουλειά του καλού νοικοκύρη είναι να σκέφτεται το αρνητικό σενάριο και όχι να παίρνει αλόγιστα ρίσκα. Ιδιαίτερα μετά από αυτά που μεσολάβησαν την περασμένη δεκαετία», είπε ο υπουργός.
Ο κ. Χατζηδάκης επεσήμανε ότι τα αποτελέσματα του 2024- που θα πιστοποιηθούν τις αρχές του τρέχοντος έτους- οφείλονται, μεταξύ άλλων, στα επιπλέον έσοδα που προέρχονται από τη μείωση της φοροδιαφυγής, τα οποία αγγίζουν πλέον τα 2 δισ. ευρώ, επίδοση που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο μετά τη μεταπολίτευση αλλά και από την υψηλότερη- σε σχέση με την πρόβλεψη του προϋπολογισμού- ανάπτυξη της οικονομίας.
«Ό,τι περισσότερο μπορούμε και επιτρέπεται από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, επιστρέφει στην κοινωνία. Ήδη έχουμε μειώσει περισσότερους από 70 φόρους, ενώ αυξήσαμε τις δημόσιες επενδύσεις για δράσεις ανάπτυξης και συνοχής. Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής δεν έχει μόνο οικονομικό πρόσημο αλλά και ένα πρόσημο ενίσχυσης των κοινωνικών πολιτικών», υπογράμμισε.
Ενώ, αναφερόμενος στον προγραμματισμό του 2025 είπε:
«Αυτή η χρονιά θα είναι χρονιά με σημαντικές περαιτέρω μειώσεις φόρων για τη μεσαία τάξη. Αν δεν υπάρξει μια απρόβλεπτη, ανεξέλεγκτη διεθνής κρίση, η συνέχιση της προσπάθειας για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής (με τα ψηφιακά δελτία αποστολής και τιμολόγια, τα POS, κ.λπ.) θα μας επιτρέψει να μειώσουμε άμεσους φόρους. Επιμένουμε στους άμεσους φόρους, γιατί θεωρούμε ότι οι μειώσεις σε αυτούς δεν ενθυλακώνονται από κάποιους ενδιάμεσους, όπως συμβαίνει με τους έμμεσους, αλλά πηγαίνουν κατευθείαν στην τσέπη των φορολογουμένων».
Ο υπουργός σημείωσε, εξάλλου, ότι έχοντας πετύχει τη δημοσιονομική σταθεροποίηση, η προσπάθεια της κυβέρνησης θα στραφεί από τη μακροοικονομική στη μικροοικονομική πολιτική. «Θα δώσουμε ακόμα περισσότερη σημασία σε θέματα όπως η προσέλκυση και διευκόλυνση των επενδύσεων, η ενθάρρυνση των εξαγωγών, η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η στήριξη της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Προκειμένου να επιταχύνουμε όσο περισσότερο γίνεται τον βηματισμό μας και να λάβουμε όλες τις πρωτοβουλίες που θα στηρίξουν την ελληνική οικονομία».
«Δεν είμαστε θαυματοποιοί και καμία οικονομία δεν βρίσκεται σε προστατευτική γυάλα» είπε. Και κατέληξε λέγοντας ότι «αν τα πράγματα εξελιχθούν κανονικά και ίσως και λίγο χειρότερα από κανονικά, καθώς είμαστε πάντοτε συντηρητικοί στις προβλέψεις μας, θα προχωρήσουμε σε περαιτέρω αυξήσεις αποδοχών και μειώσεις φόρων που θα ανακοινωθούν από τον πρωθυπουργό το φθινόπωρο στη ΔΕΘ».